
Η Θεραπευτική Σχέση: Βασικός Παράγοντας στην Παιδοψυχιατρική Φροντίδα!
Η θεραπευτική σχέση αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες για την αποτελεσματικότητα της ψυχιατρικής και ψυχοθεραπευτικής παρέμβασης. Ειδικά όταν πρόκειται για παιδιά και εφήβους, η δημιουργία ενός σταθερού, ασφαλούς και υποστηρικτικού δεσμού με τον επαγγελματία ψυχικής υγείας είναι καθοριστικής σημασίας για την πορεία του παιδιού και την πρόγνωση της δυσκολίας του.
Τι είναι η θεραπευτική σχέση;
Πρόκειται για τη σχέση που διαμορφώνεται ανάμεσα στον θεραπευτή και το παιδί, τον έφηβο ή/και τους γονείς του, μέσα στο πλαίσιο της θεραπείας. Βασίζεται στην εμπιστοσύνη, την ειλικρίνεια, τον σεβασμό και τη συναισθηματική ασφάλεια. Δεν είναι μία "φιλική" σχέση, αλλά μία δομημένη επαγγελματική σύνδεση, στην οποία το παιδί μπορεί να εκφραστεί ελεύθερα, γνωρίζοντας ότι γίνεται αποδεκτό χωρίς κριτική.
Πώς δημιουργείται μια καλά δομημένη θεραπευτική σχέση;
Η δημιουργία της θεραπευτικής σχέσης είναι μια σταδιακή διαδικασία. Περιλαμβάνει:
-Σταθερότητα στις συναντήσεις και στο πρόσωπο του θεραπευτή.
-Ενεργητική ακρόαση και σεβασμό στο προσωπικό βίωμα του παιδιού.
-Προσαρμογή της επικοινωνίας ανάλογα με την ηλικία και την ψυχοσυναισθηματική κατάσταση του παιδιού. Για παράδειγμα, ένα μικρό παιδί μπορεί αρχικά να εκφραστεί μέσω του παιχνιδιού, και όχι με λόγια. Μέσα από το συμβολικό παιχνίδι, ο θεραπευτής παρατηρεί και ανταποκρίνεται με τρόπο που ενισχύει το αίσθημα ασφάλειας.
Ένας έφηβος ίσως εμφανίσει επιφυλακτικότητα ή αμφισβήτηση. Η θεραπευτική σχέση σε αυτή την περίπτωση ενισχύεται μέσα από τον σεβασμό στα όρια, την αυθεντικότητα και την διακριτική στάση απέναντι στα όσα λέει και μοιράζεται μαζί του ο έφηβος.
Ένας γονέας μπορεί να ξεκινήσει με άγχος ή ενοχές. Η υποστηρικτική στάση του θεραπευτή, χωρίς επίρριψη ευθυνών, βοηθά στη δημιουργία μιας συνεργατικής σχέσης για την καλύτερη πλαισίωση και υποστήριξη του παιδιού.
Τι προσφέρει μια καλά δομημένη και αποτελεσματική θεραπευτική σχέση;
Μια καλά δομημένη θεραπευτική σχέση επιτρέπει, στο παιδί να εκφράσει φόβους, θυμό ή ενοχές που δεν μπορεί να εκφράσει άλλο. Στο πλαίσιο μιας καλή θεραπευτική σχέσης το παιδί νιώθει την ασφάλεια να μιλήσει για συναισθήματα ή σκέψεις που σε άλλο πλαίσιο, με άλλα πρόσωπα δεν νιώθει ασφαλές να εκδηλώσει. Σε έναν έφηβο επιτρέπει να διερευνήσει θέματα ταυτότητας, ανεξαρτησίας και σχέσεων, να επεξεργαστεί θέματα σχέσεων , ανησυχίες για την επικείμενη ενηλικίωση που οι έφηβοι τόσο προσδοκούν αλλά και τόσο φοβούνται. Στην οικογένεια η θεραπευτική σχέση βοηθά να κατανοήσει καλύτερα τις ανάγκες και τις δυσκολίες του παιδιού, να εμπλακεί με έναν λειτουργικό τρόπο στην προσπάθεια αντιμετώπισης των δυσκολιών του και να πλαισιώσουν το παιδί, χωρίς να το κάνουν να νιώθει πως υστερεί σε κάτι, πως φταίει για κάτι.
Μέσα από αυτή τη σχέση, το παιδί ή ο έφηβος βιώνει ένα πρότυπο σταθερής και αξιόπιστης σχέσης, που μπορεί να αναδομήσει τρόπους σκέψης και συναισθηματικής ρύθμισης.
Προκλήσεις στη θεραπευτική σχέση
Η δυσκολία στην εμπιστοσύνη, η προηγούμενη έκθεση σε τραυματικές εμπειρίες ή οι έντονες εσωτερικές συγκρούσεις μπορεί να καθυστερήσουν ή να δυσκολέψουν τη δημιουργία της σχέσης. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο θεραπευτής χρειάζεται υπομονή, συνέπεια και επαγγελματισμό, ώστε να μην πιέσει, αλλά να περιμένει το παιδί να «ανοίξει», να νιώσει άνετα και να εμπιστευτεί με τον δικό του ρυθμό.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το παιδί που δεν μιλά στις πρώτες συναντήσεις. Αντί να εστιάσει στο περιεχόμενο της σιωπής, ο θεραπευτής επικεντρώνεται στο να δημιουργήσει ένα περιβάλλον χωρίς πίεση, όπου ακόμα και η σιωπή γίνεται αποδεκτή.
Συμπερασματικά
Η θεραπευτική σχέση δεν είναι απλώς ένα "μέσο" της θεραπείας – είναι ο πυρήνας της. Μέσα σε αυτή τη σχέση το παιδί έχει τη δυνατότητα να νιώσει ότι γίνεται κατανοητό, αποδεκτό και ικανό να αλλάξει. Η ψυχική υγεία των παιδιών και των εφήβων ενισχύεται ουσιαστικά όταν υπάρχει αυτός ο σταθερός ανθρώπινος δεσμός.